ραντεβου το σεπτεμβρη . Ο λαπτόπης μου ειναι αδιάβροχος μεν αλλά στο βυθο τον χρισιμοποω ως κιούρτο δια συναγριδας ενιοτε δε και ος συρτή δια χάνους.
τας ελευθερα ωρας δε διαβάζομε μυθους του ασώπου

"Οι Αλαζόνες είχαν δημοφιλή σύλλογο με πολλά μέλη. Κυκλοφορούσαν πάντα με λοφία με πολύχρωμα φτερά, για να ξεχωρίζουν από τους άλλους. Τα φτερά συχνά μαδούσαν αλλά εκείνοι συνέχιζαν να καμαρώνουν, γιατί δε βλέπανε πέρα από τη μύτη τους ώστε να το αντιληφθούν. Και αυτό ήταν αναμενόμενο, αφού η μύτη τους ήταν τόσο μεγάλη και διαρκώς στραμμένη προς τα πάνω, που τους έκρυβε τη θέα των μαδημένων γελοίων φτερών τους. Έτσι έπαθε για παράδειγμα ενας στρατηγός, που βημάτιζε πάνω-κάτω με τη μεγάλη του στολή και μάζευε βόμβες να αφανίσει τις μυρμηγκοφωλιές κάτωθε του. Ενας συγγραφέας δεν ήξερε τι άλλο να πει για τον εαυτό του κι όλο επανάλαμβανε μονότονα ότι είχε γράψει εικοσιπέντε βιβλία, εικοσιπέντε βιβλία, εικοσιπέντε βιβλία.
Όλοι τους είχαν από έναν μαγικό καθρέπτη που ανελλιπώς ρωτούσανε: «Καθρέπτη καθρεπτάκι μου, ποιος στον κόσμο αυτό είναι ο πιο καλός μάντης;» αυτό ήταν το πιο συχνό ερώτημα, αλλά πολλοί ρωτούσαν επίσης ποιος είναι ο πιο μορφωμένος ή ο πιο ωραίος ή ποιος έχει τα περισσότερα πτυχία ή τη μεγαλύτερη εξουσία, ή την καλύτερη δουλειά ή το πιο πράσινο δέρμα (ξέχασα να πω ότι στη χώρα αυτή όσο πιο πράσινος ήταν κανείς τόσο πιο πολύ παιρνιόταν για σπουδαίος. Τα άλλα χρώματα θεωρούνταν κατώτερα).
Ο καθένας τους είχε από ένα καλάμι, που δεν το ξεκαβαλίκευε ούτε στον ύπνο του και που στα μάτια του φάνταζε περήφανο άτι με πλούσια χάμουρα και χρυσοκέντητη σέλα. Κι όταν δε θέτανε κάποιο ερώτημα στο μαγικό τους καθρέπτη, κάνανε βόλτες καβάλα στο καλάμι τους γύρω από το εγώ τους που είχε φύγει από πάνω τους και είχε θρονιαστεί στο κέντρο του παντός τους.
Που σε τεό να δεις τα οβερ των μηδέν γκολ και τα άντερ των 4-6. Κονομάει κόσμος και κοσμάκης με τα ανάποδα.
ΑπάντησηΔιαγραφή